Την σελίδα φιλοξενεί δωρεάν η εταιρία :

 

 

Γιορτές Χριστουγέννων, πρωτοχρονιάς και Θεοφανείων.

Από 15 Νοεμβρίου άρχιζε η σαρακοστή, ως και 24 Δεκεμβρίου. Ο βαρύς χειμώνας ουσιαστικά έμπαινε στις 4 Δεκεμβρίου, ημέρα της αγίας Βαρβάρας και τα πρώτα χιόνια έπεφταν στις 6 Δεκεμβρίου, του αγίου Νικολάου. Βαρβάρα βαρβαρώνει, Σάββας Σαβώνει, (5 Δεκεμβρίου αγίου Σάββα), Νικόλας παραχώνει, έλεγαν οι Γεφυρουδιώτες, γιατί το χιόνι που έριχνε ο Αι-Νικόλας, παράχωνε την γη. Της αγίας Βαρβάρας, πρωί–πρωί, οι νοικοκυρές έβαζαν ένα από τα παιδιά τους να κάτσει πάνω σε άχυρο και να ρίξει χοντρό αλάτι στην φωτιά του τζακιού ή της ξυλόσομπας, φωνάζοντας 3 φορές ΤΣΙΚΛΟΚ- ΤΣΙΚΛΟΚ- ΤΣΙΚΛΟΚ. Σκοπός αυτής της διαδικασίας ήταν, να γεννήσουν πολλά αυγά οι κότες και τα χωράφια να δώσουν μπόλικο σιτάρι. Από τις 12 Δεκεμβρίου που άρχιζε η μεγάλη νηστεία, μύριζε πλέον Χριστούγεννα. Εμείς τα παιδιά, φροντίζαμε να βρούμε το συμμαθητή, το φίλο ή τον ξάδερφο που μαζί θα γυρίζαμε την παραμονή Χριστουγέννων όλο το χωριό, για να πούμε τα κάλαντα. Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων το περιμέναμε πως και πως, γιατί θα μαζεύαμε χρήματα από τα κάλαντα και για λίγες μέρες μπορούσαμε να ψωνίσουμε ό,τι θέλουμε.  Αφού σιγουρεύαμε το συνέταιρο για τα κάλαντα, ετοίμαζε ο καθένας την βέργα του. Η βέργα ήταν απαραίτητη για την φύλαξή μας από τα σκυλιά και για την ανίχνευση των νερών στους λασπωμένους δρόμους του χωριού. Τυχεροί ήταν όσοι μπορούσαν να έχουν και φακό.

Την παραμονή το βράδυ όλα τα παιδιά του χωριού, συνήθως δυάδες, γυρίζαμε στα σπίτια του χωριού και τραγουδούσαμε το "καλήν εσπέρα άρχοντες."

Την παραμονή των Χριστουγέννων, χαράματα, ομάδες από παιδιά της κάθε γειτονιάς με τον ντορβά κρεμασμένο από τον λαιμό και ντυμένοι με βαριά ρούχα, πηγαίναμε από σπίτι σε σπίτι και φωνάζαμε "κόοολντεεε – κόοολντεεε" αναγγέλλοντας έτσι τον ερχομό των Χριστουγέννων. Η γιαγιά  η νοικοκυρά του σπιτιού, έβγαινε στο μπαλκόνι κι εμείς περνούσαμε με την σειρά από μπροστά της, να μας δώσει ένα καρύδι, κάστανο, κέτσι (ξυλοκέρατο) ή ένα φιρίκι (μικρό νόστιμο μήλο). Αυτός που γύριζε για το κόλντε, που ουσιαστικά ήταν κάλεσμα  στην ΜΠΑΜΠΩ-ΜΑΜΗ να παρευρεθεί στα γεννητούρια του Χριστού, βαπτιζόταν κουλντισκάρης. Το έθιμο ατόνισε από το 1962-63 και εξαφανίστηκε  από το 1965 και μετά. Σήμερα κουλντισκάρης ονομάζεται ο φτωχός από μυαλό, ο παρακατιανός, ο περιφερόμενος άσκοπα δεξιά κι αριστερά. Κατά τις 10 το πρωί της ίδιας μέρας, ακουγόταν και οι πρώτες τσιρίδες από τα θυσιαζόμενα γουρούνια που όσο περνούσε η ώρα γινόταν πιο έντονες.  Σχεδόν όλοι οι Γεφυρουδιώτες, φρόντιζαν  λίγους μήνες πριν να αγοράσουν ένα μικρό γουρουνάκι το οποίο και μεγάλωναν ως την παραμονή, οπότε και μαζευόντουσαν 3-4 άνδρες σε κάθε αυλή, το έσφαζαν και το έγδερναν (το δέρμα του το χρησιμοποιούσαν αργότερα για τσαρούχια). Όποιο παιδί φιλούσε τον πισινό του γουρουνιού, έπαιρνε σαν δώρο την ουροδόχο κύστη (την φούσκα που είχε σχήμα μπάλας ποδοσφαίρου). Οι σφάχτες και οι βοηθοί, σταματούσαν την νηστεία και το έριχναν στο φαγοπότι (φρέσκο κρέας και τσίπουρο).

Με μηχανή χειρός γέμιζαν τα έντερα με κιμά από το κρέας του γουρουνιού και κάνανε τα πολύ νόστιμα  χωριάτικα λουκάνικα όπου τα κρεμούσαν  σε κάποιο  ψηλό σημείο του σπιτιού. Το κρέας και την σλανίνα (αλατισμένο παχύ μέρος του γουρουνιού)  τα διατηρούσαν σε κάποιο δοκάρι της αποθήκης ή στο υπόγειο του σπιτιού. Την επόμενη μέρα, πρωί-πρωί με το πρώτο χτύπημα της καμπάνας του Αι Γιώργη, όλοι οι χωριανοί πήγαιναν στην Εκκλησία, ήταν πλέον Χριστούγεννα.

Την παραμονή της πρωτοχρονιάς και του Αι Βασίλη αρχίζαμε πάλι τα κάλαντα. Μόλις τελειώναμε κατά τις 8:30 το βράδυ, μοιράζαμε τα χρήματα και τα καρύδια που μαζεύαμε και πηγαίναμε στα σπίτια μας. Εκεί το τραπέζι ήταν στρωμένο με την βασιλόπιτα στην μέση και γύρω-γύρω πιάτα με σαρμαδάκια από αμπελόφυλλα ή λάχανο (τα σαρμαδάκια συμβόλιζαν το τυλιγμένο σώμα του νεογέννητου Χριστού), κοψίδια χοιρινά, συκωταριά, ούζο, κόκκινο κρασί, σαραγλί, κανταΐφι, χαλβά σιμιγδάλι και άλλα καλούδια. Η νοικοκυρά θυμιάτιζε για να φύγει το κακό, κάναμε το σταυρό μας, ενώ ένα από τα μεγάλα παιδιά έλεγε το ΠΑΤΕΡ ΗΜΩΝ και καθόμασταν στις θέσεις μας. Ο νοικοκύρης του σπιτιού έκοβε την πίτα και μοίραζε τα κομμάτια με την παρακάτω σειρά: Στην Παναγία, στον Ντιάντο και στην Μπάμπου, έπειτα στον εαυτό του, μετά στην νοικοκυρά και τα υπόλοιπα στα παιδιά κατά σειρά ηλικίας, στον ξένο, στα χωράφια, τα ζώα, στα κάρα ή στο τρακτέρ. Ο αριθμός των κομματιών έπρεπε να είναι μονός και ο νοικοκύρης να κάνει το σταυρό του και να την γυρίσει 3 φορές. Το τυχερό κομμάτι είχε μέσα ένα νόμισμα και ο τυχερός της βραδιάς θα είχε την εύνοια της τύχης για όλο το νέο έτος. Όταν τελείωνε το τραπέζι, η νοικοκυρά άφηνε το τζάκι να σιγοκαίει και γλυκά για τον Αι Βασίλη, που μπορεί να έμπαινε κρυωμένος και νηστικός. Έπρεπε να  τον καλοπιάναμε για να μας αφήσει καλά δώρα.

Στις 10 περίπου το βράδυ, οι άνδρες κάθε οικογένειας, πηγαίνανε στα καφενεία για να δοκιμάσουν την τύχη τους στα χαρτιά (21). Όσοι από αυτούς ήταν άτυχοι, γυρίζανε στα σπίτια του χωριού και φωνάζανε Σούουρβαα-Σούουρβαα, τους δίνανε χρήματα και τρέχανε πάλι πίσω μπας και ρεφάρουν. Αυτοί που δεν έδιναν τίποτα στους Σουρβάρηδες, έβρισκαν την άλλη μέρα το κάρο τους αναποδογυρισμένο στην άλλη άκρη του χωριού.      

Οι Γεφυρουδιώτες Θρακιώτες που εγκαταστάθηκαν στο χωριό το 1922-24, έκοβαν την πίτα το μεσημέρι της πρωτοχρονιάς. Η πίτα, που ήταν πολύ νόστιμη, γινόταν με πολλές στρώσεις φύλλων ζυμαριού πλασμένων με τον πλάστη (τουτσίλκα για τους ντόπιους)  πάνω στον σοφρά και ανάμεσα στις στρώσεις υπήρχαν τυρί, φλούδα μήλου, πορτοκαλιού, μανταρινιού, σπυρί καλαμποκιού, φιστικιού, ξυλάκι σπίρτου ή νόμισμα κλπ. Το κάθε ένα από τα παραπάνω αντιπροσώπευε και κάτι π.χ, η φλούδα μήλου το σπίτι, το σπυρί φιστικιού τα χωράφια κτλ. Με αυτό τον τρόπο όλα τα μέλη της οικογένειας ήταν τυχερά και δεν έμενε κανένας παραπονεμένος. Θεωρητικά αργότερα, ο καθένας είχε την ευθύνη για το τυχερό του, π.χ για το σπίτι, τα χωράφια κ.ο.κ. Το παραπάνω έθιμο έφεραν μαζί τους οι Θρακιώτες από την Πατρίδα, από το Θυμήτκιοϊ της περιοχής των Μαλγάρων της ανατολικής Θράκης.

Οι άλλες μέρες ως τα ΦΩΤΑ, περνούσαν με πολύ παιχνίδι. Έτσι, σιγά-σιγά έφταναν τα ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ, η μεγαλύτερη ίσως γιορτή της Χριστιανοσύνης, ταυτόχρονα όμως και η πιο στενάχωρη για τους μαθητές, αφού την επόμενη μέρα άνοιγαν πάλι τα σχολεία και άρχιζαν τα βάσανα της καθημερινότητας.

Στις 6 Ιανουαρίου λοιπόν, τα παιδιά με τα εξαπτέρυγα μπροστά, ο παπάς με τους ψαλτάδες και το εκκλησίασμα από πίσω, ξεκινούσαμε για το γκιρένι (απέναντι από το σπίτι του Παπα-Σταμάτη Λιώρα, στο δρόμο για την Αμμουδιά) όπου υπήρχαν νερά που κάλυπταν 4-5 στρέμματα και είχαν βάθος περίπου 70 εκ. Εκεί γινόταν ο Αγιασμός των υδάτων, αν το επέτρεπε ο καιρός. Αν όχι, γινόταν στο προαύλιο της Εκκλησίας. Με το που το έλεγε ο παπάς το "Εν Ιορδάνη", πετούσε το Σταυρό στο νερό, ενώ ταυτόχρονα ορμούσαν να τον πιάσουν 7-8 νεαροί, φορώντας μόνο ένα παντελονάκι, ενώ μόλις έλεγε ο παπάς "και το πνεύμα εν είδη περιστεράς", παιδιά που κρατούσαν πολλά περιστέρια τα άφηναν ελεύθερα και έτσι κάνανε την ατμόσφαιρα πιο όμορφη. Στην συνέχεια ο παπάς πήγαινε τον αγιασμό σε όλα τα σπίτια του χωριού και οι χωρικοί έριχναν όλο και κανένα κέρμα στο μπακιράκι, ενώ αυτός που έπιανε το Σταυρό, περνούσε από όλα τα σπίτια και έπαιρνε και αυτός το μερτικό του. Με τον αγιασμό των υδάτων έφευγαν οι καλικάντζαροι που είχαν έρθει στο Γεφυρούδι την παραμονή των Χριστουγέννων και που τα βράδια ενοχλούσαν τους ανθρώπους και κυρίως τα ζωηρά και άτακτα παιδιά. Οι καλικάντζαροι είναι μαύρα μικρά διαολάκια που όλο το χρόνο, ζουν στα έγκατα της Γης και πριονίζουν τον θεόρατο κορμό της. Παραμονή Χριστουγέννων, επειδή ήταν πολύ λαίμαργα ανέβαιναν στην γη και τρώγανε τα γλυκά και κάνανε ζημιές στα σπίτια των άτακτων παιδιών. Οι νοικοκυρές άφηναν της νύχτες λίγα γλυκά στο τραπέζι για να βρουν εύκολα οι καλικάντζαροι και να μην τα αναποδογυρίσουν όλα. Με το που ερχόταν όμως τα ΦΩΤΑ τρόμαζαν από το Σταυρό και επέστρεφαν στα έγκατα της γης, για να συνεχίσουν το πριόνισμα του κορμού της που στο μεταξύ είχε θρέψει. Έπρεπε να προλάβουν να τον κόψουν. Όμως είναι τόσο λαίμαργα και κουτά που κάθε παραμονή αφήνουν το πριόνισμα και η λαιμαργία τους για τα γλυκά τα οδηγεί πάνω στους ανθρώπους. Έτσι, πάντα γλυτώνει ο κορμός και η γη και ζουν αυτά καλά και εμείς καλύτερα.

Γεώργιος Μυγδάλης

 
 

| Αρχική | Γ.Πληροφορίες | Έθιμα | Έργα | Νέα | Μέγας | Σύνδεσμοι |

| Τηλ.Κατάλογος | Ελπίδα | Επικοινωνία | Περιεχόμενα |

Powered by Studio Fantasia                                   Copyright © 2002-2008 gefiroydi all right reserved                         Update :Δεκέμβριος 2007